Τα Χανιά του 1811 κατά τον περιηγητή Tancoigne
Γράφει ο Γ.Π. ΕΚΚΕΚΑΚΗΣ

Όταν ο αείμνηστος Μιχάλης Γρηγοράκης συγκέντρωνε την ύλη για το γνωστό βιβλίο του με τίτλο “Τα Χανιά όπως τα είδαν οι ξένοι”, είχε αναζητήσει μάταια στις Βιβλιοθήκες της Κρήτης το σπάνιο χρονικό του Γάλλου περιηγητή Josef M. Tancoigne. Αποτάθηκε τότε και σ’ εμένα, αλλά, ατυχώς, δεν είχα μπορέσει τότε να ανταποκριθώ στο αίτημά του, αφού γνώριζα τον Tancoigne μόνο από έμμεσες πηγές. Έτσι, ένας σημαντικός για τα Χανιά περιηγητής έμεινε, τελικά, έξω από το χρησιμότατο βιβλίο του Γρηγοράκη (έκδοση “Χανιώτικα νέα” 1903).

Το περιηγητικό χρονικό του Tancoigne υποθέτω πως είναι ακόμα ανύπαρκτο στις κρητικές Βιβλιοθήκες και άγνωστο στους κρητολόγους. Ο ίδιος, πάντως, κατάφερα να αποκτήσω φωτοαντίγραφο πρόσφατα. Διαπίστωσα τότε με έκπληξη πως το βιβλίο αυτό περιέχει ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες πληροφορίες και περιγραφές, κυρίως για τα Χανιά. Την πόλη που, όπως ξεκάθαρα λέει ο περιηγητής, είχε γίνει τότε η άτυπη πρωτεύουσα του νησιού και η έδρα του γνωστού και θρυλικού Χατζή-Οσμάν πασά, ενός διοικητή με ειδική αποστολή και έκτακτες δικαιοδοσίες.


Ήταν, επομένως, φυσικό να θυμηθώ τον αξέχαστο φίλο Μιχάλη, που τότε, πριν από πεντέξι χρόνια, δεν είχα μπορέσει να τον διαφωτίσω επαρκώς, ανταποδίδοντας μέρος ενός ανεκπλήρωτου χρέους απέναντί του.  Δυστυχώς, τώρα πλέον, το μόνο που μου έμενε να κάμω ήταν να δώσω στην «Εφημερίδα του» αυτό το σύντομο σημείωμα και να το αφιερώσω στη μνήμη του.


Ο Tancoigne έζησε για τρία ολόκληρα χρόνια στα Χανιά (1812-1814), όπου είχε έλθει για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1811. Μάλιστα, στο διάστημα της τρίχρονης παραμονής του στην πόλη άσκησε και καθήκοντα γραμματέα στο γαλλικό προξενείο. Όπως φαίνεται, ο άγνωστος σ’ εμάς αυτός περιηγητής γνώρισε πολύ καλά τον τόπο σε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή. Μια εποχή αδιερεύνητη ιστορικά, που στη μνήμη του λαού είχε μείνει ως ο... καιρός της γενιτσαριάς.

 

Οι αυθαιρεσίες των γενιτσάρων είχαν φτάσει, πράγματι, στο απροχώρητο. Από τις τραγικές ανθρώπινες ιστορίες που έχουν καταγραφεί, καταλαβαίνει κανείς το δράμα των  Χριστιανών. Όμως ο Tancoigne έζησε και την κάθαρση του δράματος. Παραβρέθηκε στην άφιξη του «εξολοθρευτή» των γενιτσάρων Χατζή-Οσμάν πασά -αυτού που επονομάστηκε αργότερα από τους Κρητικούς «Πνιγάρης»- και παρακολούθησε από κοντά τις απίστευτες ενέργειες του τελευταίου.

 

Κανείς άλλος ίσως, ιστορικός ή περιηγητής, δεν μας έχει μεταφέρει με τόση αμεσότητα εικόνες της εποχής και γεγονότα που ο ίδιος βίωσε. Γράφει, εν προκειμένω: Τα τελευταία δύο χρόνια, χρειάστηκε η ανεξάντλητη αποφασιστικότητα του σημερινού διοικητή Χατζή-Οσμάν Πασά - το όνομα και μόνο του οποίου  εμπνέει τον τρόμο στους γενιτσάρους - για να μετριαστεί η καταχρηστική εξουσία των τελευταίων...


Είναι προφανές ότι η διπλωματική ιδιότητα του Tancoigne και η μακρόχρονη παραμονή του στα Χανιά τον βοήθησαν να αντιληφθεί πράγματα που δεν θα μπορούσε να τα δει και να τα περιγράψει ένας άλλος περιηγητής. Αυτό δίνει ξεχωριστό ενδιαφέρον στο σχετικό με την Κρήτη κείμενό του. Οι περιγραφές του για την πόλη των Χανίων έχουν, οπωσδήποτε, τη συνήθη αμεσότητα των περιηγητικών κειμένων. Μερικές ίσως και να περιέχουν πρωτογενείς πληροφορίες.

 

Πρέπει εντούτοις να πούμε και να επισημάνομε με έμφαση ότι οι πολλές και οι σημαντικές πληροφορίες που μας παρέχει το βιβλίο του συγκεκριμένου περιηγητή έχουν γενικότερο ιστορικό ενδιαφέρον. Αναφέρονται μάλιστα σε μια εποχή που η αχλή του θρύλου έχει καλύψει τα ιστορικά γεγονότα σε βαθμό που αναρωτιόμαστε σήμερα πού σταματά ο θρύλος και πού αρχίζει η ιστορική αλήθεια.

 

 Έχω την εντύπωση πως αρκετές λεπτομέρειες για τους γενιτσάρους της Κρήτης, την οργάνωσή τους μέχρι τότε και στα όσα αυτοί αντιμετώπισαν έκτοτε, δεν τις έχομε βρει αλλού.


Το χρονικό του Tancoigne αναφέρεται, βεβαίως, και σε άλλους τόπους. Η πρώτη έκδοση έχει τον τίτλο «Voyage à Smyrne, dans l’ Archipel et l’ île de Candie», είναι δίτομη, μικρού σχήματος, τυπωμένη στο Παρίσι το 1817. Το κομμάτι που αφορά στην Κρήτη και μας ενδιαφέρει έχει όμως περιληφθεί και σε άλλες εκδόσεις όπως, για παράδειγμα, στον 11ο τόμο μιας πολύτομης αχρονολόγητης σειράς με τον γενικό τίτλο Voyages Anciens et Modernes (Παρίσι π. 1840-42).


Είναι, επομένως, απορίας άξιον το γεγονός ότι ένα τέτοιο βιβλίο παρέμενε μέχρι τώρα άγνωστο εδώ. Άξιο σχολιασμού είναι και το ότι χρειάστηκε και πάλι να προσφύγομε σε μια ξένη Βιβλιοθήκη, (εν προκειμένω σ’ αυτή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα των Η.Π.Α. - βλ. εικόνα) για να βρούμε ένα βιβλίο που μας αφορά.

 

Για λόγους ευνόητους, στο σημείωμα αυτό θα περιλάβομε, πρωτίστως, αποσπάσματα που αναφέρονται στην πόλη των Χανίων. Επιφυλασσόμαστε να δώσομε στη δημοσιότητα ολόκληρο το σχετικό με την Κρήτη μέρος από το βιβλίο του Tancoigne, που είναι ήδη έτοιμο, μεταφρασμένο από τη Μαριέττα Ασημομύτη-Εκκεκάκη.


Πριν παραθέσομε τα αποσπάσματα για την πόλη των Χανίων, κρίναμε σκόπιμο να προτάξομε μερικά απ’ όσα ο Tancoigne αναφέρει για τους γενιτσάρους της Κρήτης.

 

Λέει λοιπόν:     


[…] Όλοι σχεδόν οι Τούρκοι της Κρήτης είναι γενίτσαροι. Μόνο τα Χανιά διατηρούν πέντε Oρτάδες [= μονάδες στρατιωτικές] που ο καθένας τους έχει τον δικό του Kichia, δηλαδή στρατώνα, αν και μόνο οι βαθμοφόροι διαμένουν συνήθως εκεί ... Οι απλοί γενίτσαροι ασκούν ένα επάγγελμα ή μια τέχνη και κατοικούν στα σπίτια τους, με τις οικογένειές τους … […]

 

 Οι στρατώνες αυτοί (Kichia) αποτελούν και άσυλα. Αν ένας κλέφτης ή δολοφόνος, καταδικασμένος ακόμα και σε θάνατο, καταφέρει να τρυπώσει εκεί, δεν μπορεί κανείς να τον βγάλει παρά μόνο με τη συγκατάθεση των αρχηγών του στρατώνα. Μάλιστα, οι ίδιοι οι αρχηγοί συνεργούν ενίοτε σε δραπετεύσεις εγκληματιών, και μάλιστα εκείνων που είναι έτοιμοι να προσχωρήσουν σ’ αυτούς. Διαιωνίζεται έτσι ένα σκανδαλώδες προνόμιο...

 

Κανένας γενίτσαρος δεν μπορεί [δε μπορούσε μέχρι τότε] να τιμωρηθεί για ένα σύνηθες παράπτωμα ούτε και να φυλακιστεί. Ο εγκλεισμός του, άλλωστε, γινόταν μόνο μέσα στον δικό του kichia (στρατώνα)...


Το πόσο άλλαξαν για τους γενιτσάρους τα πράγματα με την έλευση του Οσμάν Πασά - κάτι που το έζησε ο περιηγητής - μπορεί κανείς να το καταλάβει απ’ αυτά που ο τελευταίος περιγράφει στο βιβλίο του. Φαίνεται λοιπόν πως συχνά, μόλις έπεφτε η νύχτα στα Χανιά, τάραζαν τους κατοίκους κανονιοβολισμοί.

 

 Το τι σήμαιναν αυτοί φαίνεται από μια περιγραφή την οποία και παραθέτομε με περικοπές:  


[…] Όταν ένας γενίτσαρος καταδικάζεται σε θάνατο … οδηγείται στο οχυρό που ονομάζεται Σου-Κουλές και είναι χτισμένο πάνω στους βράχους, όπως και ο μώλος του λιμανιού των Χανίων... Τη στιγμή που ο κατάδικος αφήνει την τελευταία του πνοή, ένας αξιωματικός της φρουράς που βρίσκεται πάνω σ’ αυτό το οχυρό σηκώνει ένα φανάρι δίδοντας το σύνθημα [στον κανονιέρη]. Ένας κανονιοβολισμός ειδοποιεί τότε τον Πασά και την πόλη ολόκληρη ότι η εκτέλεση περατώθηκε ...


Σε γενικές γραμμές, το κομμάτι αυτό της μακάβριας διαδικασίας των εκτελέσεων δεν ήταν άγνωστο. Αξία εδώ έχει όμως η αμεσότητα. Υποθέτω [;] πως Σου-Κουλές ήταν ο προμαχώνας του Αγίου Νικολάου, ανατολικά του Φάρου. Το σύνηθες αυτό τοπωνύμιο δεν είναι πάντως σήμερα γνωστό στους Χανιώτες.


Υπάρχουν, βεβαίως, πολλές ακόμα άγνωστες λεπτομέρειες στο κείμενο του Tancoigne, αλλ’ εδώ θα παραθέσομε - για τους λόγους που ήδη εξήγησα - μόνο μερικές αναφορές του περιηγητή για την πόλη των Χανίων. Με την ευκαιρία, επιλέχτηκαν και δυο άγνωστες φωτογραφίες τραβηγμένες τον 19ο αιώνα για να συνοδεύσουν αυτό το σημείωμα-αφιέρωμα. Ας δούμε τα αποσπάσματα:

[…] Αντιλαμβάνεται κανείς, ακόμα και σήμερα, ότι η πόλη των Χανίων είναι έργο ενός ευρωπαϊκού έθνους. Οι δρόμοι της είναι φαρδείς και ευθυγραμμισμένοι, ενώ σε κάθε βήμα βλέπομε απομεινάρια ωραίων πέτρινων κτισμάτων, των οποίων η σημερινή κατάσταση δείχνει τη βαρβαρότητα των τωρινών κατακτητών του άτυχου τούτου νησιού. Η πρόσοψη ενός τέτοιου ωραίου μεγάρου βρίσκεται στον μεγάλο δρόμο που οδηγεί στο Σαράι. Είναι κοντά στο ανάκτορο του Πασά και στον μεγάλο στρατώνα του ιππικού. Σήμερα είναι κατειλημμένο από έναν Ορτά (μονάδα) γενιτσάρων. Είναι από τα πιο καλοδιατηρημένα κτήρια και ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα που θυμίζουν ένδοξες εποχές, αν και τώρα δεν είναι παρά άθλια ερείπια …

[…] Τα Χανιά δεν έχουν προάστια παρά μόνο ένα μικρό δρόμο [με σπίτια], μήκους διακοσίων περίπου βημάτων, τον οποίο συναντούμε βγαίνοντας από την πόλη. Υπάρχει μια πύλη προς τη νοτιοανατολική πλευρά, της οποίας τη φύλαξη έχουν εμπιστευτεί σε έναν Ορτά (=μονάδα) γενιτσάρων. Κλείνει κάθε βράδυ, ακριβώς την ώρα της δύσης του ήλιου και δεν ανοίγει παρά με την ανατολή του…

[…] Το λιμάνι, στη σημερινή του κατάσταση, μόλις που μπορεί να δεχτεί καμιά σαρανταριά εμπορικά πλοία. Καθημερινά ο πυθμένας του “γεμίζει” όλο και περισσότερο, έτσι που σε λίγα χρόνια, αν οι Τούρκοι δεν αποφασίσουν να τον καθαρίσουν, δε θα μπορεί πλέον να δέχεται παρά μόνο βάρκες. Το λιμάνι είναι απόλυτα εκτεθειμένο στη μανία του βοριά, ο οποίος δημιουργεί τεράστια κύματα που ξεπερνούν το ύψος του φάρου και του μώλου.

 

Το μόνο καταφύγιο που θα μπορούσε τότε να προσφέρει στα πλοία είναι η λεκάνη μπροστά στα νεώρια, τα οποία εκτείνονται σε όλο σχεδόν το μήκος της. Είναι όμως κι αυτή τόσο «γεμισμένη» που ακόμα και τα πιο μικρά πλοία δυσκολεύονται να αγκυροβολήσουν. Στο υπόλοιπο μέρος της δεν έχει παρά το αναγκαίο βάθος για να δεχτεί μικρά καράβια.

 

 Για να καταλάβει κανείς την έλλειψη φροντίδας από μέρους της Τουρκικής Διοίκησης, αρκεί να πούμε τούτο: Από το Δεκέμβριο του 1806, εποχή κατά την οποία η Οθωμανική Πύλη κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, κρατούνται στα Χανιά δύο πλοία αυτού του έθνους. Τα έχουν αφήσει προσαραγμένα να σαπίζουν στο λιμάνι και τα κομμάτια τους, ακόμα και σήμερα, εμποδίζουν την  πρόσβαση προς τα νεώρια. Και δεν υπάρχει η προοπτική να τα βγάλουν από εκεί, με την πρόφαση ότι δεν έχουν ειδική σουλτανική εντολή.


Πίσω από τα ερείπια των όμορφων νεωρίων, εκεί όπου οι Ενετοί κατασκεύαζαν, επισκεύαζαν ή προφύλαγαν τις γαλέρες τους, βλέπει κανείς το παλάτι ή Σαράι του Πασά, αυτό που άλλοτε ήταν κατοικία του αντίστοιχου αξιωματούχου της πάλαι ποτέ  [ενετικής] Δημοκρατίας. Σήμερα είναι ένα αξιολύπητο κτήριο που καταρρέει απ’ όλες τις μεριές.

 

 Οι Τούρκοι έχουν αλλοιώσει τον αρχιτεκτονικό του χαρακτήρα με προσαρμογές που εξυπηρετούν τη σημερινή του χρήση, προσθέτοντας μερικά ξύλινα κιόσκια που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια των περαστικών και φαίνεται σα να τους απειλούν συνεχώς με την πτώση τους.

 

Στο κυριότερο απ’ αυτά τα κιόσκια –απ’ όπου η θέα εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόλπο των Χανίων– συνηθίζει ο Πασάς να παίρνει τον αέρα του. Από κάτω ακριβώς βλέπει κανείς ένα παλιό εκκλησάκι που τώρα έχει μετατραπεί σε αποθήκη. Αν πιστέψομε τους κατοίκους, υπάρχουν ακόμα μέσα εκεί σημαντικές ποσότητες φακής που χρονολογούνται από την τουρκική κατάκτηση της πόλης, εδώ και πάνω από 160 χρόνια δηλαδή.

 

 Οι ντόπιοι ισχυρίζονται πως την άνοιξη οι φακές που ξεφεύγουν από τις χαραμάδες του τοίχου της αποθήκης φυτρώνουν στο έδαφος. Αφήνω τους βοτανολόγους να αποφανθούν για το φαινόμενο, την αυθεντικότητα του οποίου δεν μπορώ να επιβεβαιώσω, μια και δεν επιτρέπεται σε κανένα –προπάντων στους Φράγκους– να μπουν σ’ αυτή την αποθήκη.

 

Βεβαιώνω πάντως πως, πάνω από μια φορά, είδα ο ίδιος φυτρωμένες φακές στη βάση του τοίχου της συγκεκριμένης αποθήκης. Αν οι σπόροι προέρχονταν από την αποθήκη ή κάποιοι τους έσπερναν εκεί για να ενισχύσουν αυτή τη διαδεδομένη στο λαό άποψη δεν μπορώ να το βεβαιώσω*.


(*Υποσημείωση συγγραφέα: Ένας κάτοικος των Χανίων με διαβεβαίωσε ότι σε κάποια άλλη από τις αποθήκες της πόλης είχε δει ο ίδιος γαλέτες πολυκαιρίτικες, που είχαν πάνω τους στάμπα με το λιοντάρι της Βενετίας.  Αυτό σημαίνει πως οι γαλέτες πρέπει να έμεναν εκεί από την εποχή της πολιορκίας!).


[…] Ο Καθεδρικός Ναός, που κάποτε ήταν αφιερωμένος στον προστάτη τής [ενετικής] Δημοκρατίας Άγιο Μάρκο [sic!], έχει τώρα μετατραπεί σε τζαμί, όπως και άλλες εκκλησίες, ενώ το παρεκκλήσι του Αγίου Ρόκκου στην πλατεία έχει γίνει σχολείο για τουρκόπουλα.

 

Τέλος, οι είσοδοι των νεωρίων και του λιμανιού είναι ακόμα διακοσμημένες με το λέοντα της Βενετίας, που όμως είναι φρικτά ακρωτηριασμένος από τους μουσουλμάνους. Ανάμεσα στα τόσα ερείπια, οι Τούρκοι φρόντισαν μόνο την επιμελή συντήρηση των υπόγειων αποθηκών που ήταν προορισμένες για τις περιπτώσεις πολιορκίας, έτσι ώστε να υπάρχουν οι απαραίτητες προμήθειες τροφίμων για τους κατοίκους επί αρκετούς μήνες.

 

Αυτές οι αποθήκες δεν είναι παρά πηγάδια σκαμμένα σε σκληρό βράχο και επενδυμένα μέσα και έξω με μια ανθεκτική επίστρωση ενός μείγματος από ασβέστη, βότσαλα και ένα χώμα κοκκινωπό που βγαίνει στα περίχωρα. Οι καρποί κάθε είδους συντηρούνται σ’ αυτές τις αποθήκες τελείως αναλλοίωτοι επί δύο και τρία χρόνια.

 

Το πλεονέκτημα αυτό των αποθηκών πρέπει να αποδοθεί εν μέρει και στην ξηρή ατμόσφαιρα του νησιού της Κρήτης.

 

Χανιώτικα Νέα 29/08/08